Gedicht von Kaiti Manolopoulou

KΑITI MANOLOPOULOU
Für Eleni Athanasiou Kinia

Ich schritt mitten im Tode
Durch weiche Leiber
Noch warm.
Ich war noch klein und zart
Und kannte ihn nicht
Und er stellte sich mir vor
Mit einem Blitzschlag
In vertrauten Straßen
Straßen meiner Kinderspiele
Und er wandelte die Stimmen in Schluchzen
Mit Stöhnen das Lachen
Und er erdrosselte mich
Und ich sah
Die letzte bittere Träne
Im Auge desjenigen,
dessen Liebe ich war.

Mit einem noch ungesegneten Baby
Das meine Mutter zur Welt gebracht hatte
Warf er mich zu den Schlangen
Gemeinsam zu schlafen
Die Nachtvögel zu erschrecken,
Die Wehklagen zu hören
Aus den Mündern der Männer
Weinen der Babys
Und Namen
Die keine Antwort gaben
Asimoula-Luka-Antigoni…
Und zurück schallte
Die verlorenene Hoffnung.
Und der Ort hörte auf nach Pistazie zu duften
Und nach Thymian
Weil das Wasser zu Blut geworden war
Und zuviele Schuhsohlen
standen aus dem Boden hervor.
Wie konnte ich wieder lachen
Wie konnte ich den Frühling sehen
Und mich verlieben,
Und lachen
Mit dem Kind meines Kindes
Und er zog mich nicht ganz hinein
In den Trichter der Wirbelsturm.
Mein Gott, wie ist es geschehen
Dass Du ein Stück von mir bewahrt hast
Ein Stück, das dich anstarrt.

Aus: Eleni Athanasiou: Der Tag an dem es früh Nacht wurde- Distomo 10. Juni 1944, Athen Georgiadis 2012.
Übersetzung: Céline Spieker
Quelle: www.tiefentoener.wordpress.com


ΚΑΙΤΗ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΥ
Στη Νιτσα Αθανασίου — Kίvιa

Μέσα στο θάνατο περπάτησα
μες από σάρκες μαλακές
ζεστές ακόμα.
Μικρή ήμουνα και τρυφερή
και δεν τον γνώριζα
και μου συστήθηκε
μέσα από μίαν αστραπή
μέσα σε δρόμους γνώριμους
των παιχνιδιών μου δρόμους
κι άλλαξε τις φωνές σε βογκητά
με στεναγμούς τα γέλια
και με στραγγάλισε.
Κι είδα
το τελευταίο δάκρυ το πικρό
στο μάτι εκείνου
που αγαπημένη του ήμουνα.

Μ‘ ένα ασαράντιστο μωρό
που ‚χε γεννήσει η μάνα μου
στα φίδια μ‘ έριξε
παρέα να κοιμάμαι
τα νυχτοπούλια να τρομάζω,
ν‘ ακούω θρήνους
απ‘ αντρίκια στόματα
κλάματα από βρέφη
κι ονόματα
που απάντηση δεν δίναν
Ασημούούούλα – Λουκάάά – Αντιγόνηηη…
Κι αντιλαλούσε η χαμένη ελπίδα.
Κι έπαψε να μυρίζει σκοίνο ο τόπος
και θυμάρι
γιατί το νερό αίμα εγίνηκε
κι οι πατούσες
περισσεύανε απ‘ το χώμα.
Πώς μπόρεσα πάλι να γελάσω
πώς μπόρεσα να δω την Άνοιξη
και να ερωτευτώ,
και να γελώ
με του παιδιού μου το παιδί
και δεν με τράβηξε ολόκληρη
μες στη χοάνη ο ανεμοστρόβιλος.
Πώς έγινε Θεέ μου
και φύλαξες ένα κομμάτι μου αλώβητο
ένα κομμάτι να σε ατενίζει!

10 Ιούνη 2003

(από το βφλίο της Καίτης Μανωλοπούλου: Να ζεστάνουμε τις πέτρες στις πλαγιές του Δίστόμου, Αθήνα 2004)